εὐεξ-ής,
A.
f.l. for εὐαξής , Phot.
s.v. εὐαλδεῖ (cf. Hsch. ): Comp. -έστερος
f.l. for εὐαξέστερος , Aët. 6.58 ; v. εὐαυξής .
εὐεξ-ής , f.l. for εὐαξής , Phot. s.v. εὐαλδεῖ (cf. Hsch. ): Comp. - έστερος f.l. for εὐαξέστερος , Aët. 6.58 ; v. εὐαυξής .
εὐεξ-ής,
A.
f.l. for εὐαξής , Phot.
s.v. εὐαλδεῖ (cf. Hsch. ): Comp. -έστερος
f.l. for εὐαξέστερος , Aët. 6.58 ; v. εὐαυξής .