LSJεὐέργ-ημαGlossεὐέργ-ημα , ατος , τό , late form, = εὐεργέτημα , JHS 22.366 (dub. l.).εὐέργ-ημα,ατος,τό, late form,A.= εὐεργέτημα , JHS 22.366 (dub. l.).ReferencesJHS 22.366