εὐεργ-ής,ές, (ἔργον)
A. well-wrought, well-made, of chariots, εὐεργέος ἔκπεσε δίφρου
Il. 5.585
; of ships,μία δ' ἤγαγε νηῦς εὐ. 24.396 , and freq. in Od. , cf. IG 12.74.27 ; πηδάλιον
Hes. Op. 629
; of garments, ἀμφ' ὤμοισιν ἔχους' εὐεργέα λώπην
Od. 13.224
; of gold,wrought, χρυσοῦ . . εὐεργέος ἑπτὰ τάλαντα
24.274
.
2. well-done: hence in pl.,εὐεργέα,=the Proseεὐεργεσίαι,benefits, services, οὐκ ἔστι χάρις μετόπισθ' εὐεργέων
22.319
, cf. 4.695 ; also ἀθάνατοι χαίρουσι βροτῶν εὐεργέσι τιμαῖς
Milet. 1(7).205b
(ii A. D.).