εὔζωρος,ον,
A. quite pure, unmixed, of wine, Hp. Morb. 3.14 , E. Alc.
757 , Ar. Ec. 227 : Comp. -ότερος
, εὐζωρότερον . . , ὦ παῖ, δός
Diph. 58
, cf. Cratin. 412 , Eup. 382 ; also κέρασον εὐζωρέστερον
Antiph. 139
; πίνειν . . κύλικας εὐζωρεστέρας
Eub. 150.8
(=
Ephipp. 3.11 ), cf. Lyr.Adesp. p.681 Bgk.