LSJεὐήτριοςGlossεὐήτριος (B), ον , ̔ἦτρον̓ = εὐκοίλιος , Hsch.εὐήτριος(B),ον , ̔ἦτρον̓A.= εὐκοίλιος , Hsch.ReferencesHsch.