εὐθενέω,
A. thrive, flourish, of animals and plants, μῆλα . . εὐθενοῦντα
A. Eu. 944
(lyr.);καρπόν τε γαίας καὶ βοτῶν . . ἀστοῖσιν εὐθενοῦνταib. 908 , cf. Thphr. CP 2.4.5 , 5.11.3 ; μή τιν' οἶκον εὐθενεῖν
A. Eu. 895
(Scalig. forεὐσθ-) ; εὐθενούντων τῶν πραγμάτων
D. 18.286
; also of men, τοὺς στρατιώτας . . εὐθενεῖν
Id. 8.20
;ἡ Λοκρὶς εὐθηνεῖ(leg.εὐθενεῖ) τῷ ζεφύρῳ
Thphr. Vent. 44
, cf. Plu. Publ. 11 , Ael. NA 5.13 .
II.
Pass. in same sense, [ οἱ Λακεδαιμόνιοι] εὐθενήθησαν
Hdt. 1.66
codd. (elswh.εὐθηνέωin codd. Hdt. ); τὴν πόλιν εὐθενεῖσθαι