LSJἄλληκτοςGlossἄλληκτος (B), ον , = ἄληκτος (B), AB 202 :— Adv. ἀλληγορ-τί , Hsch.ἄλληκτος(B),ον,A.= ἄληκτος (B), AB 202 :—Adv. ἀλληγορ-τί, Hsch.ReferencesAB 202Hsch.Related Lemmasἀλληγορ-τί