LSJεὐθήμελκτοςGlossεὐθήμελκτος , ον , = νεήμελκτος , Aët. 9.42 ; cf. εὐθυμελγής .εὐθήμελκτος,ον,A.= νεήμελκτος , Aët. 9.42 ; cf.εὐθυμελγής.ReferencesAët. 9.42