ἀλληλίζω,
A. lie together, sens. obsc., AB 383 :—alsoἀλληλίζειν: ἄλλως καὶ ἄλλως λέγειν, andἀλληλίζεσθαι: τὸ ἀλλήλους ἐπιχειρῆσαι, Hsch.
lie together
ἀλληλίζω,
A. lie together, sens. obsc., AB 383 :—alsoἀλληλίζειν: ἄλλως καὶ ἄλλως λέγειν, andἀλληλίζεσθαι: τὸ ἀλλήλους ἐπιχειρῆσαι, Hsch.