εὐκάρπ-εια,ἡ,
A.
= εὐκαρπία , in dat. -είᾳ(-ίᾳcodd.), E. Tr. 217 (lyr.); cf.παγκάρπεια.
εὐκάρπ-εια , ἡ , = εὐκαρπία , in dat. - είᾳ ( -ίᾳ codd.), E. Tr. 217 (lyr.); cf. παγκάρπεια .
εὐκάρπ-εια,ἡ,
A.
= εὐκαρπία , in dat. -είᾳ(-ίᾳcodd.), E. Tr. 217 (lyr.); cf.παγκάρπεια.