LSJεὐκράςGlossεὐκράς (B), κρᾶτος, ὁ , ἡ , = εὐκέφαλος , Hsch.εὐκράς(B),κρᾶτος,ὁ,ἡ,A.= εὐκέφαλος , Hsch.ReferencesHsch.