εὔλωστοι(-λαστ- cod.):εὐυφεῖς, Hsch. ; cf.λωστός, λῶμα.
εὔλωστοι
Gloss
εὔλωστοι ( -λαστ - cod.): εὐυφεῖς , Hsch. ; cf. λωστός, λῶμα .
εὔλωστοι ( -λαστ - cod.): εὐυφεῖς , Hsch. ; cf. λωστός, λῶμα .
εὔλωστοι(-λαστ- cod.):εὐυφεῖς, Hsch. ; cf.λωστός, λῶμα.