εὐνομ-ία, Ep. and Ion.
-ιη,ἡ,
A. good order, ἀνθρώπων ὕβριν τε καὶ εὐνομίην ἐφορῶντες
Od. 17.487
; ἐν εὐ. εἶναι
Xenoph. 2.19
;μετέβαλον ὧδε ἐς εὐ. Hdt. 1.65 , cf. 2.124 : pl., εὐνομίῃσι πόλιν κάτα . . κοιρανέους'
h.Hom. 30.11
, cf. Pl. Sph. 216b ;ἀπόλεμος εὐ. Pi. P. 5.67 , cf. AP 6.195 ( Arch. );Καίσαρος εὐ. ib. 236 ( Phil. ); εὐνομίαν διὰ τῆς μουσικῆς εἰσδέχεσθαι
Pl. R. 425a
; οὐκ ἔστι εὐνομία τὸ εὖ κεῖσθαι τοὺς νόμους, μὴ πείθεσθαι δέ
Arist. Pol. 1294a3
, cf. 1280b6 , Pl. Def. 413e ;οἱ ἐπὶ τῆς εὐνομίας, title of officials in Crete, GDI 5075.35 (Latos).
2. loyalty to divine law, εὐνομίᾳ σέβων μεγίστᾳ
S. Aj. 713