εὔορκ-ος,ον,
A. keeping one's oath, faithful to one's oath, ἀνδρὸς δ' εὐόρκου γενεὴ μετόπισθεν ἀμείνων
Hes. Op. 285
, cf. 190 , Orac. ap. Hdt. 6.86 .γ́, Ar. Pl. 61 , X. HG 2.4.42 , etc.; εἴς τινα
E. Med. 495
.
II. of oaths, εὔορκα ἀντομωμοκώς
Antipho 1.8
; [ διομόσασθαι] εὐορκότερα
Id. 6.16
; ψηφίσασθαι
Is. 2.47
; γνῶναι
D. 18.249
; εὐορκοτ έραν θήσεσθε τὴν ψῆφον
Id. 29.4
, cf. 21.24 ; εὐορκοτάτην <τὴν> ψῆφον ἐνεγκεῖν