εὔοσμοςorεὔοδμος,ον, (ὀδμή, ὀσμή)
A. sweet-smelling, fragrant, εὔοδμον ἔαρ
Pi. Fr. 75.15
; εὐόδμοισι προσθετοῖσι
Hp. Loc.Hom. 47
; εὔοσμον μύρον
Achae. 17
, cf. E. Ba. 235 ;εὐόδμοισι σελίνοις, νέκταρος εὐόδμοιο, Theoc. 3.23 , 17.29 ; v.l. for εὐώδης in D.P. 937 ; εὔοδμος τῇ ὀσφρήσει
Thphr. HP 9.13.3
: Comp. and Sup. , Id. CP 6.16.1 .