εὐπέτ-εια, Ion.
εὐπετ-είη,ἡ,
A. ease,δι' εὐπετείας easily, E. Ph. 262 ; μετ' εὐπετείας γίγνεσθαι
Pl. Ti. 64d
; κατὰ πολλὴν εὐπέτειαν
D.H. 6.52
: pl.,εὐπετείας διδόναιgivefacilities, grantindulgences, κακίας πέρι
Pl. R. 364c
.
2. easiness of gettingorhaving, γυναικῶν
Hdt. 5.20
; τροφῆς
X. Oec. 5.5
; τῶν προθυμουμένων
Pl. Lg. 718d
; ἀγορᾶς
Plu. Nic. 20