εὐπηγής,ές,=sq., once in Hom. ,ξεῖνος μέγας ἠδ' εὐπηγής
A. wellbuilt, stout, Od. 21.334 ; μῆτραι
Hp. Mul. 1.47
; δικλίδες
A.R. 3.236
: Dor. perh.εὐπᾱγής, v. εὐπάξ .
wellbuilt, stout
εὐπηγής,ές,=sq., once in Hom. ,ξεῖνος μέγας ἠδ' εὐπηγής
A. wellbuilt, stout, Od. 21.334 ; μῆτραι
Hp. Mul. 1.47
; δικλίδες
A.R. 3.236
: Dor. perh.εὐπᾱγής, v. εὐπάξ .