εὔπορ-ος,ον,
A. easy to passortravel through,ἄτης . . πέλαγος οὐ μάλ' εὔ. A. Supp. 470 ; ὁδός
Pl. R. 328e
;τὰ εὔ. open ground, X. Eq.Mag. 4.4 ; εὔπορον ἦν διιέναι
Th. 4.78
, cf. X. An. 3.5.17 ;εὔ. ποιεῖν τὰ ὦταtoopenone's ears, Luc. Lex. 1 ;μήτρα lax, Sor. 1.34 .
2. easily got, easily done, easy, τὰ μέγιστα . . σφι εὔπορά ἐστι
Hdt. 4.59
; πολλά τοι θεὸς κἀκ τῶν ἀέλπτων εὔπορ' ἀνθρώποις τελεῖ
E. Fr. 100
;παρ' ἐμοῦ δ' ἔστιν ταῦτα εὔ. Ar. Pl. 532 , cf. Pl. R. 404c ; φιλία . . εὔ. εἴη
Ar. Lys. 1266
; τὴν κατὰ θάλασσαν ἔφοδον -ωτέραν
Th. 1.93
; πλεῖστον . . μέλι καὶ -ώτατον