εὐπρόσκοπος,ον,
A. far-seeing, cautious, τὸ τῶν ἠθῶν εὐκινητότερον καὶ πολυτροπώτερον καὶ -πώτερον
Ptol. Tetr. 173
; cf.ἀπρόσκοπος(B).
II. easily taking offence,ἀθύμῳ καὶ ἀσθενικῷ καὶ εὐπροσκόπῳ καὶ πρὸς πάντας δυσαρέστῳib. 207 ; cf.ἀπρόσκοπος(A).
far-seeing, cautious
εὐπρόσκοπος,ον,
A. far-seeing, cautious, τὸ τῶν ἠθῶν εὐκινητότερον καὶ πολυτροπώτερον καὶ -πώτερον
Ptol. Tetr. 173
; cf.ἀπρόσκοπος(B).
II. easily taking offence,ἀθύμῳ καὶ ἀσθενικῷ καὶ εὐπροσκόπῳ καὶ πρὸς πάντας δυσαρέστῳib. 207 ; cf.ἀπρόσκοπος(A).