LSJἐύ̈ρρῑνGlossἐύ̈ρρῑν , ἐύ̈ρροος , Ep. for εὔριν, εὔροος .ἐύ̈ρρῑν,ἐύ̈ρροος, Ep. forεὔριν, εὔροος.Related Lemmasἐύ̈ρροος