LSJεὐσᾰνίδωτοςGlossεὐσᾰνίδωτος [ ῐ], ον , ( σανίς ) gloss on εὔσελμος , Hsch. (- ότου cod.).εὐσᾰνίδωτος[ῐ],ον,(σανίς)A.gloss on εὔσελμος , Hsch. (-ότουcod.).ReferencesHsch.