εὐσκεπής,ές, (σκέπας)=foreg.,τῶν ἔξω πνευμάτωνfrom . . , Thphr. Vent. 24 ;τοὺς εὐ. καὶ εὐηλίους [τόπους]
A. shelteredand sunny, Id. HP 4.1.1 , cf. CP 1.13.11 .
sheltered
εὐσκεπής,ές, (σκέπας)=foreg.,τῶν ἔξω πνευμάτωνfrom . . , Thphr. Vent. 24 ;τοὺς εὐ. καὶ εὐηλίους [τόπους]
A. shelteredand sunny, Id. HP 4.1.1 , cf. CP 1.13.11 .