εὔσκι-ος,ον, (σκιά)=foreg.,
A.
Ἀχέροντος ἀκτά
Pi. P. 11.21
; ἐν εὐσκίοις δρόμοισιν Ἀκαδήμου θεοῦ
Eup. 32
; οἰκία
X. Oec. 9.4
; ἄλσος
Theoc. 7.8
.
εὔσκι-ος , ον , ( σκιά ) = foreg., Ἀχέροντος ἀκτά Pi. P. 11.21 ; ἐν εὐσκίοις δρόμοισιν Ἀκαδήμου θεοῦ Eup. 32 ; οἰκία X. Oec. 9.4 ; ἄλσος Theoc. 7.8 .
εὔσκι-ος,ον, (σκιά)=foreg.,
A.
Ἀχέροντος ἀκτά
Pi. P. 11.21
; ἐν εὐσκίοις δρόμοισιν Ἀκαδήμου θεοῦ
Eup. 32
; οἰκία
X. Oec. 9.4
; ἄλσος
Theoc. 7.8
.