εὔσοος,ον,
A. safe and well, happy, εὔσοα τέκνα
Theoc. 24.8
:εὔσως, Bato 5.10 is corrupt; cf.εὔσους: ὁ διευτυχῶν, καὶ ἥρως ἐγχώριος, καὶ εὐκίνητος, εὔφορος(cf.σεύω), Hsch.
safe and well, happy
εὔσοος,ον,
A. safe and well, happy, εὔσοα τέκνα
Theoc. 24.8
:εὔσως, Bato 5.10 is corrupt; cf.εὔσους: ὁ διευτυχῶν, καὶ ἥρως ἐγχώριος, καὶ εὐκίνητος, εὔφορος(cf.σεύω), Hsch.