εὐσπάθητος[ᾰ],ον ,
A. closelywoven, Hsch.
s.v. τρίμιτον : prob. l. forεὐσπάρτεος, Id.εὐσπαλές(-εύςcod.):εὐτελές, Id.εὐσπάρτεος ἱστός: οὗ μήτε ἀραιὸς μήτε πυκνὸς ὁ στήμων τυγχάνει, Id.
closelywoven
εὐσπάθητος[ᾰ],ον ,
A. closelywoven, Hsch.
s.v. τρίμιτον : prob. l. forεὐσπάρτεος, Id.εὐσπαλές(-εύςcod.):εὐτελές, Id.εὐσπάρτεος ἱστός: οὗ μήτε ἀραιὸς μήτε πυκνὸς ὁ στήμων τυγχάνει, Id.