LSJἐύ̈σσελμοςGlossἐύ̈σσελμος , ἐύ̈σσωτρος , Ep. for εὔσελμος, εὔσωτρος .ἐύ̈σσελμος,ἐύ̈σσωτρος, Ep. forεὔσελμος, εὔσωτρος.Related Lemmasἐύ̈σσωτρος