εὐσταθ-ής,ές, Ep.
ἐϋστ-, as always in Hom. , (ἵσταμαι)
A. well-based, well-built, περὶ τοῖχον ἐϋσταθέος μεγάροιο
Il. 18.374
, al.;ἐντὸς ἐϋσταθέος μεγάρου, ἐκτὸς ἐϋ. θαλάμου, Od. 20.258 , 23.178 .
II. metaph.,steadfast, tranquil, ψυχαί
Democr. 191
; ἀνήρ
Plu. 2.44a
; οἱ -έστεροι
Hdn. 2.6.5
; γνώμη
Aret. SA 1.10
; -έστεροι γνώμῃib. 2.3 ;περὶ τῆς εὐσταθοῦς τῶν θεῶν διαγωγῆςdub. in Phld. D. 3t it.
2. of the body,sound, healthy, σαρκὸς εὐσταθὲς κατάστημα
Epicur. Fr. 68