εὐσταλ-ής,ές, (στέλλω)
A. well-equipped, στόλος
A. Pers. 795
; of troops,light-armed, εὐσταλεῖς τῇ ὁπλίσει
Th. 3.22
;ἱππεὺς -έστατος
X. Eq. 7.8 , etc.; ὁπλισμὸς -έστερος
D.H. 7.59
;τὸ εὐσταλὲς πρὸς πόλεμον,
= εὐστάλεια , Hdn. 3.8.5 .
2. convenient, neat, Hp. Fract. 37 ( Comp. ), prob. in Id. Mochl. 1 ;convenient to handle, manageable, σωμάτιον
Id. Superf. 7
( Comp. );πλοῦς οὔριός τε κεὐσταλήςa fair andeasyvoyage, S. Ph. 780 .
3. compact, εὐ. τὸν ὄγκον
Plu. Mar. 34
; σώματα