εὐστρᾰφής,ές, (στρέφω)=sq., Ammon. Diff. p.54 V., Sch. Il. Oxy. 1086.111 .
εὐστρᾰφής
Gloss
εὐστρᾰφής , ές , ( στρέφω ) = sq., Ammon. Diff. p.54 V., Sch. Il. Oxy. 1086.111 .
εὐστρᾰφής , ές , ( στρέφω ) = sq., Ammon. Diff. p.54 V., Sch. Il. Oxy. 1086.111 .
εὐστρᾰφής,ές, (στρέφω)=sq., Ammon. Diff. p.54 V., Sch. Il. Oxy. 1086.111 .