LSJεὔτευκτοςGlossεὔτευκτος , ον , = εὔτυκτος, τάφος Epigr.Gr. 238 ( Smyrna ).εὔτευκτος,ον,A.= εὔτυκτος, τάφοςEpigr.Gr. 238 (Smyrna).ReferencesEpigr.Gr. 238