εὐχερ-ής,ές,
A. tolerant oforindifferent to evil, unpleasantnessorinaccuracy, not squeamish, ἡ ὗς -έστατον πρὸς πᾶσαν τροφὴν ζῴων ἐστίν
Arist. HA 595a18
; οὐδενὸς γὰρ πώποτε ἀπέβαλεν ὀσπρίου λέπος: οὕτως ἐκεῖνός ἐστιν εὐ. ἀνήρ
Alex. 266.8
, cf. Aristopho 12.5 , S. Ph. 519 , 875 ; of lizardeaters, λίαν εὐχερεῖς
Menesth.
ap. Orib. 2.68.13 ;εὐ.βίοςof the swineherd, Pl. Plt. 266d ;τὸ εὐ. τῶν ὀνομάτωνthelooseuse of names, Id. Tht. 184c .Adv.-ρῶς, φέρειν τὴν ὠχρότητα, i.e. gloss it over, Id. R. 474e , cf. Tht. 154b ; εὐ. ἔχειν πρὸς τὴν ἀνθρωποφαγίαν
Arist. Pol. 1338b21
; - ρῶς ὥσπερ θηρίον ὕειον ἐν ἀμαθίᾳ μολύνηται
Pl. R. 535e
: Comp. -έστερον
, πρὸς πᾶν βρῶμα ἔχειν
X. Lac. 2.5