LSJεὐχρόαστοςGlossεὐχρόαστος , ον , f.l. for εὔχρηστος in X. Eq. 1.17 .εὐχρόαστος,ον,A.f.l. for εὔχρηστος in X. Eq. 1.17 .ReferencesX. Eq. 1.17