ἐφέμεν, Ep. forἐφεῖναι,aor. 2 inf.ofἐφίημι.ἐφενάπται: ἐπακολουθῆσαι( Lacon. ), Hsch. (fort.ἐφέψασθαι).ἐφέννῡμι,
A.
v. ἐπιέννυμι .
ἐφέμεν , Ep. for ἐφεῖναι , aor. 2 inf. of ἐφίημι . ἐφενάπται: ἐπακολουθῆσαι ( Lacon. ), Hsch. (fort. ἐφέψασθαι ). ἐφέννῡμι , v. ἐπιέννυμι .
ἐφέμεν, Ep. forἐφεῖναι,aor. 2 inf.ofἐφίημι.ἐφενάπται: ἐπακολουθῆσαι( Lacon. ), Hsch. (fort.ἐφέψασθαι).ἐφέννῡμι,
A.
v. ἐπιέννυμι .