ἐφίμερος[ῑ],ον ,
A. desired, delightful, φιλότης
Hes. Sc. 15
, Th. 132 ; χῶρος
Archil. 21
; ὕμνος
Thgn. 993
, Theoc. 1.61 ; φάτις
A. Ch. 840
; ἡ τέκνων ὄψις ἐ. προσλεύσσειν ἐμοί
S. OT 1375
; τὴν ἐ. κόμην
Anaxil. 38
; ἐ. ἀνδράσιν ἄγρη
Opp. H. 4.110
.
desired, delightful
ἐφίμερος[ῑ],ον ,
A. desired, delightful, φιλότης
Hes. Sc. 15
, Th. 132 ; χῶρος
Archil. 21
; ὕμνος
Thgn. 993
, Theoc. 1.61 ; φάτις
A. Ch. 840
; ἡ τέκνων ὄψις ἐ. προσλεύσσειν ἐμοί
S. OT 1375
; τὴν ἐ. κόμην
Anaxil. 38
; ἐ. ἀνδράσιν ἄγρη
Opp. H. 4.110
.