ἔφορμ-ος(A),ον,
A. at anchor, αἱ νῆες . . ἔφορμοι οὖσαι
Th. 3.76
(s. v.l.); τὸ πλοῖον ἔφορμον ποιήσω
Mim.Oxy. 413.194
(ii A.D.).
at anchor
ἔφορμ-ος(A),ον,
A. at anchor, αἱ νῆες . . ἔφορμοι οὖσαι
Th. 3.76
(s. v.l.); τὸ πλοῖον ἔφορμον ποιήσω
Mim.Oxy. 413.194
(ii A.D.).