ἔχθ-ιστος,η,ον, Sup. of
ἐχθρός,
A. most hateful, Ἀχιλῆϊ
Il. 2.220
; ἔ. δέ μοί ἐσσι θεῶν
5.890
, etc.; τὸν θεοῖς ἔ. θεόν
A. Pr. 37
; ἔ. ὁρᾶν
S. Aj. 818
; ἔ. γεγώς
E. Med. 467
.
2. most hostile, τῶν ἡμῖν ἐχθίστων
Th. 2.71
; ὡς δὲ ἐχθροὶ καὶ ἔ., πάντες ἴστε
Id. 7.68
: c. gen.,οἱ ἐκείνου ἔ.hisbitterest enemies, X. An. 3.2.5 : Luc. has also ἐχθίστατος