ἐχῠρ-ός,ά,όν , ̔ἔχὠ
A.
= ὀχυρός ,strong, secure,λιμήν, χωρία, Th. 4.8 , X. Cyr. 2.4.13 ; ἀπὸ ἐχυροῦ ποθέν
Th. 1.90
;ἐν τῷ ἐχυρῷ εἶναιto be insafety, Id. 7.77 ; ἐν -ωτάτῳ ποιεῖσθαί τι
X. Cyr. 1.6.26
.
2. of arguments, etc.,strong, λόγος
Th. 3.83
; ἐλπίς
Id. 7.41
;ἐχυρὰ παρέχεσθαιto givegood reasons, Id. 1.32 ; τὴν τόλμαν . . -ωτέραν παρέχεσθαι
Id. 2.62
; - ωτέρα δύναμις
Id. 1.42
; τοῦτο ὁ φόβος ἐχυρὸν παρεῖχε
Id. 3.12