ἑψι-άομαι, (ἑψία) Ep. Verb,
A. amuse oneself, θύρῃσι καθήμενοι ἑψιαάσθων
Od. 17.530
; ἑψιάασθαι μολπῇ καὶ φόρμιγγι
21.429
; ἀμφ' ἀστραγάλοισι . . ἑψιόωντο
A.R. 3.118
, cf. 1.459 , Call. Dian. 3 , Cer. 39 , Nonn. D. 10.326 (ἐψιόωντο, as if fromἔπος, Philon. (?) ap.Sch.A.R. 3.118 ; but cf.ἀφεψιάομαι).