LSJἑωλο-νεκρόςGlossἑωλο-νεκρός , ὁ (cf. sq. 1 ). ὁ πρὸ πολλοῦ τεθνηκώς , Suid.ἑωλο-νεκρός,ὁ(cf. sq. 1 ).ὁ πρὸ πολλοῦ τεθνηκώς, Suid.