LSJζάβοτοςGlossζάβοτος , ον , ̔βόσκὠ = πολύφορβος, πολύκτηνος , Hsch.ζάβοτος,ον , ̔βόσκὠA.= πολύφορβος, πολύκτηνος , Hsch.ReferencesHsch.