ζαχρηής,ές, used only in pl.,
A. attacking violently, furious, raging, μένος Βορέαο καὶ ἄλλων ζαχρηῶν ἀνέμων
Il. 5.525
(-χρει-most codd.); of warriors, ζαχρηεῖς . . κατὰ κρατ ερὰς ὑσμίνας
12.347
, cf. 13.684 ; cf.ζαχραής, ζαχρειής. (Fromζᾰ-andχράω(B); cf.ἐπιχράω(B).)