LSJζειρατείς:Glossgrapeζειρατείς: ἱμάτιόν τι Σύρων, Hsch.ζειρεῖν: ἀρωματοποιεῖν, Id.ζειρόν: ποικίλον, Id.ζεῖρος, a kind ofA. grape, Id.Related Lemmasζειρεῖν:ζειρόν:ζεῖρος