ζεῦγος,εος,τό, (ζεύγνυμι)
A. yoke of beasts, pairorteam of mules, oxenorhorses, Il. 18.543 , IG 5(2).3.1 ( Arc. ,iv B.C.), etc.; ζ. ἵππων
And. 4.26
.
2. carriage drawn by a yoke of beasts, a chariot, ζεύγεϊ κομίζεσθαι
Hdt. 1.31
;ἐπὶ ζευγέων ἐλάσασαιib. 199 ; ἐπὶ ζεύγους ἄγειν
And. 1.45
; τῷ ζεύγει ὃ ἦγεν τὴν γυναῖκα
Hyp. Lyc. 5
;wagons, ζεύγεσι τοὺς λίθους ἄγουσι
SIG 124
(iv B.C.); βοεικά
Th. 4.128
;racing-car,=τέθριππον, Id. 5.50 ; ζ. τέθριππον
A. Fr. 346