ζευκ-τήριος,α,ον,
A. fit for joiningoryoking,γέφυρα γαῖν δυοῖν ζ. A. Pers. 736 (troch.); πάτερ . . Μαινάδων ζευκτήριε
Id. Fr. 382
.
II. asSubst.,ζευκτήριον,τό ,=ζυγόν,yoke, Id. Ag. 529 , POxy. 934.5
(iii A.D.);ζευκτηρία,ἡ ,= ζεύγλη
11
, Act.Ap. 27.40 .