ζηλ-ωτής,οῦ,ὁ,
A. emulator, zealous admirerorfollower, μιμητὴς καὶ ζ. τῆς πατ ρῴας ἀρετῆς
Isoc. 1.11
; ζ. καὶ ἐρασταὶ τῆς Λακεδαιμονίων παιδείας
Pl. Prt. 343a
; τῆς ἡλικίας τοῦ μειρακίου
Aeschin. 2.166
;τῶν καλῶν βουλευμάτωνib. 171 ; τῆς αὐτῆς αἱρέσεως
SIG 675.27
(Oropus,ii B.C.); μαθήσεως
Phld. Rh. 2.262S.
; πνευμάτων
1 Ep.Cor. 14.12
; τῶν ἀγαθῶν τῶν εἰς τὴν πόλιν μαρτυρουμένων
IG 7.2712.99
(Acraephiae): c. gen. pers., τοῦ Διός