LSJζῠγό-εις:Glossζῠγό-εις: βούτυρος , Cyr. ( ζυγοήσεις: βότρυς Hsch. ).ζῠγό-εις: βούτυρος, Cyr. (A.ζυγοήσεις: βότρυςHsch.).ReferencesHsch.