LSJζῳδιο-γλύφοςGlossζῳδιο-γλύφος [ ῠ], ον , ̔γλύφὦ ζῳογλύφος , Plu. 2.712e .ζῳδιο-γλύφος[ῠ],ον, ̔γλύφὦ ζῳογλύφος, Plu. 2.712e .