LSJζωο-γράφοςGlossζωο-γράφος [ ᾰ], ον , poet. for ζωγρ- , Theoc. 15.81 ( v.l. ζῳο- ).ζωο-γράφος[ᾰ],ον , poet. forζωγρ-, Theoc. 15.81 (A.v.l. ζῳο- ).