ζωροπότ-ης,ου,ὁ,
A. drinking neat wine, Hedyl. ap. Ath. 11.497d ; οἴνου
Man. 4.300
; ὀφθαλμοὶ . . κάλλεος ἀκρήτου ζωροπόται
AP 5.225
(Paul. Sil.).
drinking neat wine
ζωροπότ-ης,ου,ὁ,
A. drinking neat wine, Hedyl. ap. Ath. 11.497d ; οἴνου
Man. 4.300
; ὀφθαλμοὶ . . κάλλεος ἀκρήτου ζωροπόται
AP 5.225
(Paul. Sil.).