ἥβ-η, Dor.
ἥβα, Aeol.
ἄβα
Alc. 101 ,ἡ: (v. sub fin.):—
A. youthful prime, youth, νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦ περ χαριέστατος ἥβη
Od. 10.279
, cf. Il. 24.348 ; καὶ δ' ἔχει ἥβης ἄνθος ὅ τε κράτος ἐστὶ μέγιστον
13.484
, cf. Hes. Th. 988 ; ἐρικυδής
Il. 11.225
, Hes.l.c.; πολυήρατος
Od. 15.366
, etc.;ἥβης μέτρον ἱκέσθαιorἱκάνειν,
= ἡβάσκειν , 11.317 , 18.217 , etc.; ἥβην πολυήρατον ἱκόμεθ'
15.366
, cf. Il. 24.728 ;ἥβης ἀπόνασθαι, ταρπῆναι, 17.25 , Od. 23.212 ; ἐφ' ἥβης